Εμφάνιση ενός μόνο μηνύματος
  #4  
Παλιά 25-08-07, 10:19
Το avatar του χρήστη Σώτος Χριστοδούλου
Σώτος Χριστοδούλου Σώτος Χριστοδούλου is offline
 
Εγγραφή: 05-06-2007
Περιοχή: Κύπρος
Μηνύματα: 630
Απάντηση: ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛ / Κ

ΜΕΡΟΣ 4

ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΟΞΥΓΟΝΟΥ (O2) ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΝΟΗ


Έχουμε παρουσιάσει τη σημασία του CO2 στη ρύθμιση της αναπνοής. Παίζει κάποιο ρόλο και το οξυγόνο σε αυτή τη ρύθμιση; Και αν ναι ποιο ρόλο ακριβώς;

Το οξυγόνο στο αρτηριακό αίμα βρίσκεται σε συγκέντρωση 100 mmHg. Υπό φυσιολογικές συνθήκες η χαμηλή συγκέντρωση οξυγόνου στο αίμα δεν προκαλεί σημαντική αύξηση του αερισμού των πνευμόνων. Ακόμα και μείωση του οξυγόνου στο 60% των φυσιολογικών επιπέδων δεν προκαλεί σχεδόν καμία επίδραση. Σε αντίθεση με το CO2 που η αύξησή του κατά 50% προκαλεί δεκαπλασιασμό του αερισμού των πνευμόνων η μείωση του O2 έχει μάλλον μικρή επίδραση στη ρύθμιση της αναπνοής.

Για ποιο λόγο δεν είναι απαραίτητη, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες η ρύθμιση της αναπνοής με το οξυγόνο; Τι είναι αυτό το παράξενο; Τι περίεργο αλήθεια, να είναι τόσο μικρός ο ρόλος του οξυγόνου στη ρύθμιση της αναπνοής από τη στιγμή μάλιστα που ένας από τους κύριους ρόλους της αναπνοής είναι η εξασφάλιση επάρκειας οξυγόνου. Ο λόγος είναι ο εξής: Το οξυγόνο είναι τόσο πολύτιμο ώστε ο οργανισμός μας διατηρεί μόνιμα μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που χρειάζεται. Δεν μπορεί επομένως ένα αέριο που βρίσκεται πάντοτε πάνω από τα αναγκαία όρια να καθορίζει τον ρυθμό της αναπνοής διότι αν ήταν έτσι τα πράγματα τότε η επόμενη αναπνοή από τη στιγμή αυτή θα γινόταν μετά από τρία λεπτά και στη συνέχεια με κάθε αναπνοή θα βρισκόμασταν επί μονίμου βάσεων κοντά ή μέσα στα πλαίσια της ανεπάρκειας οξυγόνου. Πρόκειται για μια σοφή «προσέγγιση» ή «πρόνοια» της φύσης ή του ίδιου Του Δημιουργού.

Κανονικά το αναπνευστικό σύστημα λοιπόν, συντηρεί συγκεντρώσεις οξυγόνου μεγαλύτερες από εκείνες που απαιτούνται για πλήρη κορεσμό της αιμοσφαιρίνης. Αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από το αν το άτομο ασκείται ή βρίσκεται σε ηρεμία. Ακόμα και αν ο αερισμός των πνευμόνων μειωθεί στο μισό ο κορεσμός της αιμοσφαιρίνης θα παραμένει μέσα στα όρια του 90% ή περισσότερο, του πλήρους κορεσμού. Η κατάσταση όπου το άτομο έχει 90% κορεσμένη αιμοσφαιρίνη δεν δημιουργεί κανένα σύμπτωμα αλλά ούτε και δυσχεραίνει την μεταφορά και διάθεση του οξυγόνου στους ιστούς. Οι μεταβολές λοιπόν του αερισμού δεν επιφέρουν καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα οξυγόνου ή καλύτερα στα επίπεδα κορεσμού της αιμοσφαιρίνης. Έτσι το σώμα δεν θα ήταν σοφό από την πλευρά της φυσικής βιωσιμότητας να μπορούσε να βασιστεί στα επίπεδα οξυγόνου για τη ρύθμιση της αναπνοής. Φανταστείτε να χρειαζόταν να μειωθούν οι αποθήκες του οξυγόνου τόσο πολύ ώστε το σώμα να θέτει σε λειτουργία την αναπνοή. Θα αναπνέαμε πολύ πιο αργά και θα βρισκόμασταν ίσως σε ένα συνεχές έλλειμμα οξυγόνου αφού δεν θα είχαμε εφεδρείες. Αντίθετα όπως έχει περιγραφεί και πιο πάνω η σοφία της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος έχει προνοήσει ώστε η αναπνοή να ρυθμίζεται από ένα άλλο παράγοντα που είναι το CO2. Πράγματι οι παραμικρές εκτροπές από το ρυθμό της φυσιολογικής αναπνοής επιφέρουν τεράστιες αλλαγές στα επίπεδα του CO2. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε ότι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες ο κύριος ρυθμιστής της αναπνοής είναι το CO2 και όχι το οξυγόνο.

Τι συμβαίνει στην κατάσταση του κρατήματος της αναπνοής;

Στις διάφορες μεταβολές των συγκεντρώσεων των αναπνευστικών αερίων και του pH αντιδρούν και κάποιοι υποδοχείς που βρίσκονται έξω από το αναπνευστικό κέντρο οι οποίοι ονομάζονται χημειοϋποδοχείς. Οι χημειοϋποδοχείς βρίσκονται στα καρωτιδικά σωμάτια και στα αορτικά σωμάτια. Είναι δηλαδή αισθητήρες μεταβολών που βρίσκονται μέσα σε μεγάλες αρτηρίες και μετρούν το αρτηριακό οξυγόνο. Η δουλειά τους είναι να μεταβιβάζουν μηνύματα κατ’ ευθείαν στο κέντρο της αναπνοής σε καταστάσεις όπου το πολύτιμο αυτό αέριο, το οξυγόνο δηλαδή είναι λίγο. Η ευαισθησία των χημειοϋποδοχέων στο οξυγόνο είναι ιδιαίτερα έντονη στις μεταβολές του αρτηριακού αίματος από 60 mmHgμέχρι 30 mmHg, δηλαδή στις πιέσεις οξυγόνου μέσα στα όρια των οποίων ο κορεσμός της αιμοσφαιρίνης με οξυγόνο ελαττώνεται γρήγορα και πέφτει κάτω από το 90% με απότομο ρυθμό. Στην άπνοια ο ρυθμιστικός ρόλος του CO2 είναι «υποβαθμισμένος» καθώς όπως έχουμε αναλύσει υπάρχει στη μέση η προσαρμογή του κέντρου της αναπνοής στο CO2. Επομένως το σώμα του δύτη που παρουσιάζει το φαινόμενο της προσαρμογής αρκετά έντονο, δεν μπορεί να βασίσει τη ρύθμιση της αναπνοής του, αποκλειστικά πάνω στο CO2. Πολύ απλά σε απουσία του ερεθίσματός από το CO2 αναλαμβάνουν ρυθμιστικό ρόλο οι χημειοϋποδοχείς. Η διέγερση των χημειοϋποδοχέων σε κατάσταση χαμηλής συγκέντρωσης οξυγόνου μπορεί να αυξήσει τον αερισμό του πνεύμονα μέχρι και 7 φορές. Αρκετά ενδιαφέρον για τη φυσιολογία της άπνοιας!
ΠΟΙΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ ΒΟΗΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΝΟΙΑΣ


Είδαμε πως κατά τη διάρκεια της άπνοιας στο σώμα μας συσσωρεύεται διοξείδιο του άνθρακα ενώ το οξυγόνο σταδιακά μειώνεται. Έχουμε επίσης αναφερθεί στο μηχανισμό προσαρμογής του κέντρου της αναπνοής στο διοξείδιο του άνθρακα. Στην άπνοια επιδιώκουμε την αύξηση του χρόνου μας χωρίς ωστόσο να είμαστε κοντά στα όριά μας, χωρίς να εμφανίζουμε δηλαδή οποιαδήποτε συμπτώματα έλλειψης οξυγόνου, ή ενεργειακής χρεοκοπίας. Το βασικό ερώτημα λοιπόν είναι μέχρι πόσο μπορούμε να κρατάμε την αναπνοή μας χωρίς να μπούμε στην γκρίζα ζώνη, χωρίς να χάσουμε τις αισθήσεις μας;; Δυστυχώς δεν υπάρχει ευθεία απάντηση αλλά ούτε υπάρχει και κάποιος αξιόπιστος τρόπος πρόβλεψης. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι αυτής της αδυναμίας εύκολης απάντησης. Πρώτος λόγος είναι πως δεν μπορούμε να ξέρουμε με ποιο ρυθμό ένας δύτης καίει το οξυγόνο και τα αποθέματα της κυτταρικής ενέργειάς του κατά τη διάρκεια της βουτιάς. Αν μπορούσε πάντως να περιορίσει την κατανάλωση ή με άλλα λόγια τον ρυθμό μεταβολισμού κατά τη διάρκεια της βουτιάς, τότε η άπνοιά του θα μπορούσε να παραταθεί χωρίς να χάσει τις αισθήσεις του. Ένας από τους βασικούς στόχους άλλωστε της προπονητικής τέχνης είναι και η σταδιακή προσαρμογή του ατόμου στην άπνοια και η διατήρηση του ρυθμού εξέλιξης μέσα στα πλαίσια της ατομικής ικανότητας του κάθε απνεϊστα. Δεύτερος λόγος είναι πως το σώμα προβαίνει σε βραχυπρόθεσμες αλλά και μακροπρόθεσμες μεταβολές που υποβοηθούν την αιμάτωση των ζωτικών οργάνων και τη μεταφορά οξυγόνου σ’ αυτά σε συνθήκες άπνοιας. Ο κάθε δύτης έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία πάνω σε αυτές τις μεταβολές και τον δικό του ρυθμό εξέλιξης. Η πορεία ανάπτυξης προσαρμογών δεν είναι κάτι που πρέπει να μετατρέπεται σε διαγωνισμό ταχύτητας ή συνεχή σύγκριση με τους άλλους δύτες. Το κάθε άτομο δηλαδή αντιδρά διαφορετικά και επομένως το κάθε άτομο έχει διαφορετικά όρια και απαιτεί διαφορετικούς ρυθμούς εξέλιξης. Επομένως ο στόχος της προπόνησης στην άπνοια δεν θα πρέπει να είναι απλώς η αύξησή της. Συνάμα θα πρέπει να παραμείνουμε έξω από τη ζώνη του λυκόφωτος. Να εκπαιδεύσουμε τον οργανισμό μας ώστε σταδιακά να καίει λιγότερο οξυγόνο και άρα να παράγει και λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα και επίσης να περνά με σχετικά καλή ανοχή τις οριακές συγκεντρώσεις οξυγόνου. Αυτό απαιτεί μια καλή κατανόηση των σχετικών μηχανισμών αντιστάθμισης και πάνω από όλα συνεχή δουλειά, πολλή υπομονή και διαρκή παρακολούθηση από έμπειρο εκπαιδευτή.

Το σώμα μας διαθέτει μηχανισμούς που ενεργοποιούνται είτε αμέσως κατά τη διάρκεια της ίδιας της βουτιάς, είτε με την συνεχόμενη εξάσκηση και παρατεταμένη έκθεσή μας στις ακραίες αυτές συνθήκες μέρα με την ημέρα ολοένα και περισσότερο. Αυτές οι μεταβολές συμβαίνουν με στόχο την αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του οξυγόνου στο σώμα, ή την αύξηση στην απορρόφησή του από τον πνεύμονα, ή στην μείωση της κατανάλωσής του. Ένας απνεϊστας πρέπει να έχει μεταξύ άλλων γνωρισμάτων και πολύ αναπτυγμένο το στοιχείο της υπομονής και αυτό είναι κάτι που επαναλαμβάνεται και τονίζεται διαρκώς, καθώς η υπέρβαση των συμβατικών ορίων και η αύξηση των χρόνων της άπνοιας πέρα από τα συνήθη επίπεδα αν είναι να γίνει με το σωστό τρόπο προϋποθέτει αλλαγές τέτοιες στο σώμα που χρειάζεται αρκετός χρόνος για να επέλθουν. Πρόκειται για μια διαδικασία όπου φτιάχνουμε ένα νέο σώμα ένα νέο καλούπι και η υπομονή πρέπει να είναι εφάμιλλη εκείνης του βιβλικού Ιώβ. Η καθημερινή δουλειά επομένως είναι απαραίτητη προκειμένου να αυξήσουμε τους χρόνους της άπνοιάς μας και να μειώσουμε τον κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων υποξίας. Η ανάπτυξη συνείδησης αθλητή και ενός νέου τρόπου ζωής σε ότι αφορά όλους τους τομείς της από τη διατροφή μέχρι και την ανακατανομή του χρόνου μας είναι εκ των ουκ άνευ για την προπονητική.
Απάντηση με παράθεση